navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυρ

πυρ

το, ουσ. [γεν. πυρός]

  1. η φωτιά, (φρ.) «ασφάλεια πυρός, πυρασφάλεια, «ανίχνευση πυρός», πυρανίχνευση
  2. βολή, συνήθως ομαδική, με πυροβόλα όπλα, (φρ.) «δύναμη / υπεροχή / σχέδιο / έλεγχος πυρός», (ως παράγγελμα) «παύσατε πυρ», για λήξη των βολών και με επέκταση για ανακωχή ή λήξη του πολέμου
  3. (φρ.) «Γη του Πυρός», α) αρχιπέλαγος, που βρίσκεται στο νότιο άκρο της Λατινικής Αμερικής, από το οποίο το χωρίζει ο πορθμός του Μαγγελάνου, και β) νησί με έκταση 48.100 τ. χλμ. το οποίο μοιράζεται μεταξύ της Χιλής και Αργεντινής.

Ετυμολογία

< αρχ. πῦρ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρ», σ. 715. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρ/