πυρ
το, ουσ. [γεν. πυρός]
- η φωτιά, (φρ.) «ασφάλεια πυρός, πυρασφάλεια, «ανίχνευση πυρός», πυρανίχνευση
- βολή, συνήθως ομαδική, με πυροβόλα όπλα, (φρ.) «δύναμη / υπεροχή / σχέδιο / έλεγχος πυρός», (ως παράγγελμα) «παύσατε πυρ», για λήξη των βολών και με επέκταση για ανακωχή ή λήξη του πολέμου
- (φρ.) «Γη του Πυρός», α) αρχιπέλαγος, που βρίσκεται στο νότιο άκρο της Λατινικής Αμερικής, από το οποίο το χωρίζει ο πορθμός του Μαγγελάνου, και β) νησί με έκταση 48.100 τ. χλμ. το οποίο μοιράζεται μεταξύ της Χιλής και Αργεντινής.
Ετυμολογία
< αρχ. πῦρ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρ», σ. 715. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρ/