πυκνός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που περιέχει πολλή ύλη σε μικρό χώρο, ο συμπαγής, αντών. αραιός
- παχύρρευστος
- συνεπτυγμένος, 3. άφθονος, πλούσιος
- (μετεωρ.) α) αυτός που πέφτει με πολλές σταγόνες, νιφάδες κ.λπ., β) αδιαπέραστος, πηχτός [για σκοτάδι, ομίχλη, νέφος]
- αλλεπάλληλος, συνεχής, απανωτός.
Ετυμολογία
< αρχ. πυκνός [= συμπαγής].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυκνός», σ. 715. https://navalhistory.gr/lexiko/πυκνοσ/