navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυκνός

πυκνός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που περιέχει πολλή ύλη σε μικρό χώρο, ο συμπαγής, αντών. αραιός
  2. παχύρρευστος
  3. συνεπτυγμένος, 3. άφθονος, πλούσιος
  4. (μετεωρ.) α) αυτός που πέφτει με πολλές σταγόνες, νιφάδες κ.λπ., β) αδιαπέραστος, πηχτός [για σκοτάδι, ομίχλη, νέφος]
  5. αλλεπάλληλος, συνεχής, απανωτός.

Ετυμολογία

< αρχ. πυκνός [= συμπαγής].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυκνός», σ. 715. https://navalhistory.gr/lexiko/πυκνοσ/