πομπός
ο, ουσ.
- (τεχνολ.) συσκευή [στις μέρες μας ηλεκτρονική] ή εγκατάσταση που λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα και μετατρέπει σήματα ή πληροφορίες σε ηλεκτρομαγνητικά κύματα (οπτικά, ακουστικά κ.ά.) και τα οποία εκπέμπει στο χώρο χωρίς τη διάταξη καλωδίων, (φρ.) «ραδιοφωνικός / τηλεοπτικός / βοηθητικός / ηλεκτρονικός / εφεδρικός / ασφαλείας / ραδιο-τηλεγραφικός / ραδιο-τηλεφωνικός πομπός», «πομπός βραχέων / μεσαίων κυμάτων / ραδιοφάρου / διαφράγματος»,
- (γενικότ.) ο ομιλητής.
Ετυμολογία
< αρχ. πέμπω [= α) στέλνω, αποστέλλω, β) μεταφέρω, μεταβιβάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πομπός», σ. 685. https://navalhistory.gr/lexiko/πομποσ/