πορθμέας
Και: πορθμευτής
ο, και πορθμεύτρια, η, ουσ.

επαγγελματίας που διακινεί με το πορθμείο του πρόσωπα και πράγματα στην αντίπερα όχθη ή ακτή, συνών. λεμβούχος, περάτης και περατής, περατάρης και περαματάρης, βαρκάρης.
Ετυμολογία
< αρχ. πορθμεύς, γεν. -έως.
Παράγωγα
πορθμευτικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορθμέας και πορθμευτής», σ. 687. https://navalhistory.gr/lexiko/πορθμεασ-και-πορθμευτησ/