πίν(ν)α
Και: πίνη
η, ουσ.

(ιχθυολ.) μεγαλόσωμο δίθυρο μαλάκιο που συναντάται στις ελληνικές θάλασσες, ομοιάζει με τεράστιο μύδι, στο εσωτερικό της σπανιότερα σχηματίζονται μαργαριτάρια που δεν έχουν ιδιαίτερη χρηματική αξία.
Ετυμολογία
< αρχ. πῖνα, ή
ή < λατιν. pinna [= φτερούγα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίν(ν)α και πίνη», σ. 665. https://navalhistory.gr/lexiko/πιννα-και-πινη/