navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πιράνχας

πιράνχας

το, άκλ. ουσ.

(ιχθυολ.) σαρκοβόρο ψάρι που αφθονεί στους ποταμούς της Βραζιλίας.

Ετυμολογία

< γαλλ. pirancha < πορτογαλ. piranha ή ισπαν. piraña, λ. που προέρχεται από τις γλώσσες Γουαρανί ή Τουπιναμπά, ιθαγενών του Αμαζονίου.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πιράνχας», σ. 665. https://navalhistory.gr/lexiko/πιρανχασ/