πινιόν, το
το, ουσ.

(μηχανολ.) εξάρτημα αυτοκινήτου ή μηχανής, γρανάζι μετάδοσης κίνησης τύπου κοχλιωτού τροχού με ελικοειδές σπείρωμα ανάμεσα σε διασταυρούμενους άξονες.
Ετυμολογία
< γαλλ. pignon.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πινιόν, το», σ. 665. https://navalhistory.gr/lexiko/πινιον-το/