πετρομπάρμπουνο
το, ουσ.

(ιχθυολ.) λεσσεψιανό [δες λεσσεψιανοί μετανάστες] είδος μπαρμπουνιού που ζει σε πετρώδεις βυθούς, η επιστ. του ονομ.: Parupeneus forsskali [διώνυμο], χαρακτηριστικό του γνώρισμα η πλευρική σκούρα λωρίδα που ξεκινά από το ρύγχος και φθάνει, μέσω του ματιού, μέχρι και το τέλος του δεύτερου ραχιαίου πτερυγίου, καθώς και η σκούρα κηλίδα στον μίσχο της ουράς.
Ετυμολογία
< πέτρα + μπαρμπούν(ι) -ο-.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πετρομπάρμπουνο», σ. 659. https://navalhistory.gr/lexiko/πετρομπαρμπουνο/