navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ουρά

ουρά

η, ουσ.

  1. (ζωολ.) η συνέχεια της σπονδυλικής στήλης σε πολλά θηλαστικά ζώα
  2. (μτφ.) α) το τελευταίο μέρος κάποιων πραγμάτων, β) το τελευταίο στάδιο μιας δράσης, ενός έργου κ.λπ.
  3. (μτφ.) σειρά από πρόσωπα ή αντικείμενα.

Ετυμολογία

< αρχ. οὐρά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουρά», σ. 616. https://navalhistory.gr/lexiko/ουρα/