ουρά
η, ουσ.
- (ζωολ.) η συνέχεια της σπονδυλικής στήλης σε πολλά θηλαστικά ζώα
- (μτφ.) α) το τελευταίο μέρος κάποιων πραγμάτων, β) το τελευταίο στάδιο μιας δράσης, ενός έργου κ.λπ.
- (μτφ.) σειρά από πρόσωπα ή αντικείμενα.
Ετυμολογία
< αρχ. οὐρά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουρά», σ. 616. https://navalhistory.gr/lexiko/ουρα/