όστρεος
ο, ουσ.
(ζωολ.) είδος μαργαριτοφόρου στρειδιού.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄστρεον [= στρείδι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όστρεος», σ. 615. https://navalhistory.gr/lexiko/οστρεοσ/