ουότερ-πόλο
το, άκλ. ουσ.
(αθλητ.) υδατοσφαίριση.
Ετυμολογία
< αγγλ. water [= νερό] + polo [= είδος παιχνιδιού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουότερ-πόλο», σ. 616. https://navalhistory.gr/lexiko/ουοτερ-πολο/