navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νιαγκόν

νιαγκόν

το, άκλ. ουσ.

(φυτολ.) αφρικανικό είδος ξύλου, με χρώμα κοκκινοκαφετί έως ιώδες καφετί, ευκολοδούλευτο, με καλή αντοχή σε κάμψη και θλίψη, ανθεκτικό στους μύκητες, κατάλληλο για οικοδομικές εσωτερικές και εξωτερικές χρήσεις, για ποιοτικές ιδιοκατασκευές μικρών και μεγάλων σκαφών.

Ετυμολογία

< αγγλ. niangon.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νιαγκόν», σ. 576. https://navalhistory.gr/lexiko/νιαγκον/