navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ορειχάλκινος

ορειχάλκινος

-ινη, -ινο, επίθ.

αυτός που είναι κατασκευασμένος από ορείχαλκο, μπρούτζινος, (φρ.) «ορειχάλκινος κρουνός / σωλήνας / σταυρός / εκτοξευτήρας / ταχυσύνδεσμος / διακόπτης / μεντεσές / μαστός / συλλέκτης / σύρτης» και διάφορά άλλα αντικείμενα.

Ετυμολογία

< αρχ. ὀρειχάλκινος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορειχάλκινος», σσ. 610-611. https://navalhistory.gr/lexiko/ορειχαλκινοσ/