οπλοβαστός
ο, ουσ.
ειδική κατασκευή με υποδοχές για κάθετη τοποθέτηση των όπλων, συνήθως σε στρατιωτική μονάδα, συνών. οπλοδόκη, οπλοκιβώτιο.
Ετυμολογία
< όπλο < αρχ. ὅπλον [= πολεμικό εργαλείο] + βαστώ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οπλοβαστός», σ. 608. https://navalhistory.gr/lexiko/οπλοβαστοσ/