οκτάς
ο, ουσ.
(αστρον.) α) παλαιό αστρονομικό όργανο με το οποίο μετρούσαν το ύψος και τη γωνιακή απόσταση των αστέρων κατά τη μεσουράνησή τους, οκτάντας [δες λ.], β) [ως κυρ. όν.:] Οκτάς, αστερισμός του νότιου ημισφαιρίου.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. octant < λατιν. octans, -ntis [= οκταμερές όργανο] < octo [= οκτώ] < αρχ. ὀκτάς, -άδος < ὀκτώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οκτάς», σ. 600. https://navalhistory.gr/lexiko/οκτασ/