οκτάρι
Και: οκταράκι
[υποκ.] το, ή οκτάκομπος, ο, ουσ.
ακρόδεσμος που λύνεται εύκολα και λειτουργεί και ως πρόχειρο φίμωμα του σχοινιού, (φρ.) «διπλός οκταρόκομπος», σταθερή θηλειά στην άκρη του σχοινιού.
Ετυμολογία
< οκτ(ώ) -α- + κόμπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οκτάρι ή οκταράκι», σ. 600. https://navalhistory.gr/lexiko/οκταρι-η-οκταρακι/