navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ουρανός

ουρανός

ο, ουσ.

ουρανός, εικόνα από το έντυπο
  1. (αστρον.) ο χώρος του διαστήματος εντός του οποίου κινείται το πλήθος των ουράνιων σωμάτων, (φρ.) «αίθριος / ανέφελος / έναστρος / μολυβδόχρους / σκεπασμένος / νεφελώδης / νεφοσκεπής / καθαρός / σκοτεινός», (εκφρ.) «μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι», «καθαρός ουρανός, αστραπές δε φοβάται»,
  2. ο θόλος που απλώνεται από το υψηλότερο σημείο, με βάση τη θέση μας και τον ορίζοντα
  3. (θεολ.) το άπειρο σαν κατοικία του θεού, των αγγέλων και των τίμιων και αγαθών ψυχών
  4. καθετί που έχει το σχήμα του ουράνιου θόλου
  5. [ως κύρ. όν.:] α) (αστρον.) ο Ουρανός, ο τρίτος σε μέγεθος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, β) (μυθολ.) *Ουρανός, θεός της μυθολογίας μας, προσωποποίηση του ουρανού.

Ετυμολογία

< αρχ. οὐρανός.

Παράγωγα

ουρανής, ουρανίσκος, ουράνιος, ουρανικός.

Σύνθετα

ουρανοβάμων, ουρανοδρόμος, ουρανοθέμελα, ουρανοκατέβατος, ουρανόλιθος, ουρανολογία, ουρανομετρία, ουρανομήκης, ουρανοξύστης, ουρανόπεμπτος, ουρανοσκόπος, ουρανόχρωμος. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ουρανός, για τον Ησίοδο, γιος της Γαίας αλλά και άντρας της που απέκτησαν μαζί τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους τρεις Εκατόγχειρες. Ο Ουρανός, φοβισμένος από την τερατόμορφη εμφάνιση των παιδιών του, τα περιόρισε στα Τάρταρα. Η Γαία, όμως, απογοητευμένη, ζήτησε από τον Κρόνο να εκδικηθεί τον πατέρα τους για την σκληρή συμπεριφορά του. Έτσι ο Κρόνος ευνούχισε τον Ουρανό και, ταυτόχρονα, του απέσπασε την εξουσία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουρανός», σ. 617. https://navalhistory.gr/lexiko/ουρανοσ/