ουρανός
ο, ουσ.

- (αστρον.) ο χώρος του διαστήματος εντός του οποίου κινείται το πλήθος των ουράνιων σωμάτων, (φρ.) «αίθριος / ανέφελος / έναστρος / μολυβδόχρους / σκεπασμένος / νεφελώδης / νεφοσκεπής / καθαρός / σκοτεινός», (εκφρ.) «μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι», «καθαρός ουρανός, αστραπές δε φοβάται»,
- ο θόλος που απλώνεται από το υψηλότερο σημείο, με βάση τη θέση μας και τον ορίζοντα
- (θεολ.) το άπειρο σαν κατοικία του θεού, των αγγέλων και των τίμιων και αγαθών ψυχών
- καθετί που έχει το σχήμα του ουράνιου θόλου
- [ως κύρ. όν.:] α) (αστρον.) ο Ουρανός, ο τρίτος σε μέγεθος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, β) (μυθολ.) *Ουρανός, θεός της μυθολογίας μας, προσωποποίηση του ουρανού.
Ετυμολογία
< αρχ. οὐρανός.
Παράγωγα
ουρανής, ουρανίσκος, ουράνιος, ουρανικός.
Σύνθετα
ουρανοβάμων, ουρανοδρόμος, ουρανοθέμελα, ουρανοκατέβατος, ουρανόλιθος, ουρανολογία, ουρανομετρία, ουρανομήκης, ουρανοξύστης, ουρανόπεμπτος, ουρανοσκόπος, ουρανόχρωμος. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ουρανός, για τον Ησίοδο, γιος της Γαίας αλλά και άντρας της που απέκτησαν μαζί τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους τρεις Εκατόγχειρες. Ο Ουρανός, φοβισμένος από την τερατόμορφη εμφάνιση των παιδιών του, τα περιόρισε στα Τάρταρα. Η Γαία, όμως, απογοητευμένη, ζήτησε από τον Κρόνο να εκδικηθεί τον πατέρα τους για την σκληρή συμπεριφορά του. Έτσι ο Κρόνος ευνούχισε τον Ουρανό και, ταυτόχρονα, του απέσπασε την εξουσία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουρανός», σ. 617. https://navalhistory.gr/lexiko/ουρανοσ/