οκτάωρος
-η, -ο, ή οχτάωρος, -η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει διάρκεια οκτώ ωρών
- αυτός που εργάζεται για οκτώ ώρες συνεχόμενα.
Ετυμολογία
< οκτώ + ώρ(α) -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οκτάωρος», σ. 600. https://navalhistory.gr/lexiko/οκταωροσ/