ορίζοντας
ο, ουσ.
- (αστρον.) νοητή γραμμή που ορίζει το σημείο επαφής του ουρανού με τη γη
- ό,τι μπορεί να αντιληφθεί και να δει κανείς με τα μάτια του
- (μτφ.) α) τα όρια των γνώσεών μας, β) η πραγματικότητα γύρω μας, γ) η ευρύτητα των αντιλήψεών μας
- (φρ.) «ορίζοντας αισθητός / ακτογραμμής / αστρονομικός / νυκτερινός / ορατός ή γεωμετρικός / τεχνητός / θαλάσσιος / αληθής, μαθηματικός ή ουράνιος / γεωκεντρικός / νοητός ή φαινόμενος / περιορισμένος / φυσικός».
Ετυμολογία
< αρχ. ὁρίζων < ρ. ὁρίζω < ὅρος [= όριο, σημάδι που τίθεται για να δηλώνει το όριο, και στον πληθ. τα σύνορα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορίζοντας», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/οριζοντασ/