όμβρος
ο, ουσ.
(μετεωρ.) η ξαφνική και ραγδαία βροχή, συνών. νεροποντή, καθούρι, μπόρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄμβρος [= νεροποντή].
Σύνθετα
ομβροφόρος, ομβρόφιλος, ομβροχαρής, ομβροδέκτης, κάτομβρος [= (μετεωρ.) πολύ βρεγμένος, βροχερός].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όμβρος», σ. 602. https://navalhistory.gr/lexiko/ομβροσ/