νίκελ
το, άκλ. ουσ. και νικέλιο, το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.) στοιχείο της ομάδας των μετάλλων που το χαρακτηρίζει η μαγνητική του ιδιότητα, πολύτιμο στη μεταλλουργία για την αντιοξειδωτική του προστασία.
Ετυμολογία
< σκανδιναβ. Nickel < υποκ. του *1Nikolaus, στοιχειό των μεταλλείων στη Σκανδιναβία < γερμ. Kupfernickel [= χαλκός του διαβόλου] < Kupfer [= χαλκός] + *1Νickel [= δαιμόνιο των ορυχείων για το οποίο πίστευαν πως τροφοδοτούσε τους εξαγωγείς με βράχους και όχι με μεταλλεύματα].
Παράγωγα
νικελίνη, νικέλιο, νικελώ και νικελώνω, νικέλωμα, νικέλωση, νικελίτης, νικέλινος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νίκελ», σ. 577. https://navalhistory.gr/lexiko/νικελ/