νέον
το, άκλ. ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.) στοιχείο που ανήκει στην ομάδα των ευγενών αερίων, είναι ελαφρότερο από τον αέρα και με ελάχιστη συμμετοχή στην ατμόσφαιρα της γης, υγροποιείται δύσκολα, χρησιμοποιείται κυρίως στην κατασκευή λαμπτήρων φθορισμού, φωτεινών επιγραφών και δημόσιου φωτισμού που σιγά – σιγά αντικαθίσταται από λάμπες led.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < αγγλ. neon και γαλλ. néon < αρχ. νέον, ουδ. του επιθ. νέος, ονομασία που οφείλει στο ότι αναγνωρίσθηκε ως καινούργιο χημικό στοιχείο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νέον», σ. 571. https://navalhistory.gr/lexiko/νεον/