νικελίνη
η, ουσ.
(ορυκτ.) κράμα από χαλκό και νικέλιο ή από χαλκό, νικέλιο και ψευδάργυρο, που χρησιμεύει ως υλικό ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων.
Ετυμολογία
< νικέλιο + [καταλ.] -ίνη.
Παράγωγα
νικελίνης [= αρσενικούχο νικέλιο - είδος ορυκτού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νικελίνη», σ. 577. https://navalhistory.gr/lexiko/νικελινη/