νάιλον
το, άκλ. ουσ.
(χημ.) συνθετική ύλη, που είναι ελαστική, ανθεκτική και αδιάβροχη, χρήσιμη στην κατασκευή νημάτων, ενδυμάτων, σχοινιών, σωλήνων και διαφόρων άλλων ειδών.
Ετυμολογία
< αγγλ. nylon [= είδος συνθετικής ύλης], ίσως από συμφυρμό των λ. [vi]nyl (βινύλιο) + [ray]on (ρεγιόν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νάιλον», σ. 557. https://navalhistory.gr/lexiko/ναιλον/