νάτριο
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.) μαλακό, αργυρόλευκο μέταλλο, από τα πιο δραστικά στοιχεία, ανήκει στα αλκάλια και δεν είναι ελεύθερο στη φύση, συναντάται πάντοτε σε μορφή ενώσεων, παλαιότερο συνώνυμο το σόδιο.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < νεολατιν. natrium < γερμ. natron και γαλλ. natron < ισπαν. natrόn < αραβ. naţrūm και natrūn και niţrūm < αρχ. νίτρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νάτριο», σ. 559. https://navalhistory.gr/lexiko/νατριο/