ορείχαλκος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
κράμα με βάση το χαλκό, όπου το κύριο προσθετικό στοιχείο, έως 50%, είναι ο ψευδάργυρος, συνών. μπρού(ν)τζος [= κράμα χαλκού και κασσίτερου], πάφιλας [δες λ.] και (μ)πάφιλος, (φρ.) [ναυτ.] «ο ορείχαλκος του Ναυαρχείου ή ναυτικός ορείχαλκος» [αγγλ. admiralty brass / naval brass] περιέχει 30– 40% κ.β. Zn [= ψευδάργυρος] και 1% κ.β. Sn [= κασσίτερος], «ερυθρός ορείχαλκος / καλύκων / επιχρύσωσης / κασσιτερούχος / μαγγανιούχος / φωσφορούχος».
Ετυμολογία
< αρχ. ὀρεί-χαλκος [ὄρος = βουνό] χαλκός που ανιχνεύεται στα βουνά [λατιν. orichalcum].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορείχαλκος», σ. 611. https://navalhistory.gr/lexiko/ορειχαλκοσ/