νοσηλεία
η, ουσ.
(ιατρ.) το σύνολο των ιατρικών φροντίδων, σε κλινική ή νοσοκομείο, από βοηθητικό αλλά ειδικευμένο προσωπικό, συνών. κούρα, κουράρισμα.
Ετυμολογία
< μτγν. νοσηλεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νοσηλεία», σ. 580. https://navalhistory.gr/lexiko/νοσηλεια/