μεσές
ο, ουσ.
(φυτολ.) είδος δέντρου, η πλατύφυλλη δρυς με επιστημ. ονομ.: Quercus frainetto [διώνυμο], γνωστό και ως βαλανιδιά, βελανιδιά, βαλανιά και βελανιά, αμπερνός, αμπερνάλι, συναντάται συχνά σε όλη τη Βαλκανική, την Ιταλία και την Ουγγαρία.
Ετυμολογία
< τουρκ. meşe [= βαλανιδιά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσές», σ. 513. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσεσ/