μήνη
η, ουσ.
- (αστρον.) α) η σελήνη, β) η ημισέληνος, το μισοφέγγαρο, ή οτιδήποτε έχει τέτοιο σχήμα, μηνίσκος
- άσπρο σημάδι στο μέτωπο του αλόγου
- στρατιωτικό οχύρωμα σε μηνοειδές σχήμα.
Ετυμολογία
< αρχ. μήνη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μήνη», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μηνη/