navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μετεωρίτης

μετεωρίτης

ο, ουσ.

(αστρον.) αντικείμενο ή θραύσμα αστρικής προέλευσης που πέφτει στην επιφάνεια κάποιου πλανήτη ή δορυφόρου, συνών. μετεωρόλιθος.

Ετυμολογία

< ξένος όρος, από τη γαλλ. météorite < météor(e) < μτγν. μετέωρον + [κατάλ.] -ite, -ίτης.

Παράγωγα

μετεωρικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετεωρίτης», σ. 519. https://navalhistory.gr/lexiko/μετεωριτησ/