navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μηνιαίος

μηνιαίος

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που συμβαίνει κάθε μήνα
  2. αυτός που αντιστοιχεί σε ένα μήνα.

Ετυμολογία

< αρχ. μηνιαῖος.

Επιρρήματα

μηνιαία και μηνιαίως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηνιαίος», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μηνιαιοσ/