μηνιαίος
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που συμβαίνει κάθε μήνα
- αυτός που αντιστοιχεί σε ένα μήνα.
Ετυμολογία
< αρχ. μηνιαῖος.
Επιρρήματα
μηνιαία και μηνιαίως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηνιαίος», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μηνιαιοσ/