μήκος
το, ουσ.
- η απόσταση ανάμεσα στα δύο άκρα μίας ευθείας
- (για χρόνο) χρονική διάρκεια
- (αστρον.) «γεωγραφικό μήκος», η μία από τις δύο συντεταγμένες που προσδιορίζει τη θέση ενός σημείου της γης
- (φυσ.) «μήκος κύματος», η απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών ταλαντώσεων ενός κύματος
- (φρ.) «μήκος άμματος [κοινώς: κλειδιά] (= τύπος ναυτικής αλυσίδας) / διαδρομής εμβόλου / διαδρομής ιστιοφόρου / εκκίνησης / εμφόρτου ισάλου / ισάλου γραμμής / κατακλίσεως / καταμέτρησης / στένωσης πρύμνης – πλώρης ή πρώρας / σχοινιού».
Ετυμολογία
< αρχ. μῆκος.
Παράγωγα
μηκύνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μήκος», σ. 522. https://navalhistory.gr/lexiko/μηκοσ/