navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μήκος

μήκος

το, ουσ.

  1. η απόσταση ανάμεσα στα δύο άκρα μίας ευθείας
  2. (για χρόνο) χρονική διάρκεια
  3. (αστρον.) «γεωγραφικό μήκος», η μία από τις δύο συντεταγμένες που προσδιορίζει τη θέση ενός σημείου της γης
  4. (φυσ.) «μήκος κύματος», η απόσταση μεταξύ δύο διαδοχικών ταλαντώσεων ενός κύματος
  5. (φρ.) «μήκος άμματος [κοινώς: κλειδιά] (= τύπος ναυτικής αλυσίδας) / διαδρομής εμβόλου / διαδρομής ιστιοφόρου / εκκίνησης / εμφόρτου ισάλου / ισάλου γραμμής / κατακλίσεως / καταμέτρησης / στένωσης πρύμνης – πλώρης ή πρώρας / σχοινιού».

Ετυμολογία

< αρχ. μῆκος.

Παράγωγα

μηκύνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μήκος», σ. 522. https://navalhistory.gr/lexiko/μηκοσ/