μεταβλητός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που μπορεί να αλλάξει, να μεταβληθεί, αντών. αμετάβλητος
- (φρ.) «μεταβλητός καιρός / άνεμος», (αστρον.) «μεταβλητός αστέρας», ο αστέρας εκείνος που η λαμπρότητά του μεταβάλλεται περιοδικά
- (μαθημ. ως ουσ.) η μεταβλητή, ποσότητα ή μέγεθος που υπόκειται σε μεταβολές.
Ετυμολογία
< μτγν. μεταβλητός.
Παράγωγα
μεταβλητότητα.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεταβλητός», σ. 516. https://navalhistory.gr/lexiko/μεταβλητοσ/