μιλιμέτρ
το, άκλ. ουσ.
(μαθημ.) το χιλιοστόμετρο, υποπολλαπλάσια μονάδα μήκους, ίση με το ένα χιλιοστό του μέτρου, ο συμβολισμός του: mm.
Ετυμολογία
(νόθο σύνθετο) < γαλλ. millimètre < milli- (< λατιν. mille = χίλια) + -mètre (< αρχ. μέτρον).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μιλιμέτρ», σ. 528. https://navalhistory.gr/lexiko/μιλιμετρ/