μεσοβοριάς
Και: μεσοβορράς
ο, ουσ.
(μετεωρ.) άνεμος με κατεύθυνση μεταξύ του Β και του ΒΑ σημείου του ανεμολογίου, συνών. γραιγοτραμουντάνα, υποβορειοανατολικός.
Ετυμολογία
< μέσο(ς) + βοριάς.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσοβοριάς και μεσοβορράς», σ. 514. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσοβοριασ-και-μεσοβορρασ/