μετεωρολογία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(μετεωρ.) επιστημονικός κλάδος που μελετά τα καιρικά φαινόμενα της γης και επιτρέπει, με μεγάλη επιτυχία, την πρόβλεψη του καιρού, (φρ.) «πρακτική / δυναμική / περιγραφική / γεωργική / ναυτική μετεωρολογία».
Ετυμολογία
< γαλλ. météorologie < αρχ. μετεωρολογία [= συζήτηση για σοβαρά ζητήματα].
Παράγωγα
μετεωρολόγος.
Σύνθετα
βιομετεωρολογία, μετεωρο(παθο)λογία αγρομετεωρολογία, μικρομετεωρολογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μετεωρολογία», σ. 520. https://navalhistory.gr/lexiko/μετεωρολογια/