μεσογειακός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Μεσόγειο θάλασσα
- (φρ.) «μεσογειακή αναιμία», αλλά και «ασθένεια του Κούλεϋ», βαριά κληρονομική πάθηση, «μεσογειακό κλίμα», το κλίμα των περιοχών εκείνων που περιβάλλουν την Μεσόγειο και το οποίο χαρακτηρίζεται από ζεστά και ξηρά καλοκαίρια με δροσερούς και υγρούς χειμώνες.
Ετυμολογία
< Μεσόγει(ος) + -ακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσογειακός», σ. 514. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσογειακοσ/