navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μεσοβέζικος

μεσοβέζικος

-η, -ο, επίθ.

  1. (μετεωρ.) ενδιάμεσος άνεμος, δηλ. ο ΒΔ. ο ΝΑ.
  2. (μτφ.) α) αυτός που δεν έχει σταθερή στάση προς τους άλλους, β) αυτός που είναι μέτριος ποιοτικά, συνών. ακαθόριστος, ασαφής, αόριστος, αντών. σαφής, οριστικός, τολμηρός.

Ετυμολογία

< [ίσως, για την 1η ερμ.]

ή < βενετ. menzo-vento (ενδιάμεσος άνεμος, άνεμος μέτριας έντασης) < λατιν. medius [= μέσος] + ventus [= άνεμος], ή

ή [για τη 2η ερμ.] < τουρκ. müşevveş [= περίπλοκος, ασαφής, συγκεχυμένος] < αραβ. muşevveş.

Επιρρήματα

μεσοβέζικα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσοβέζικος», σ. 514. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσοβεζικοσ/