μεσοβέζικος
-η, -ο, επίθ.
- (μετεωρ.) ενδιάμεσος άνεμος, δηλ. ο ΒΔ. ο ΝΑ.
- (μτφ.) α) αυτός που δεν έχει σταθερή στάση προς τους άλλους, β) αυτός που είναι μέτριος ποιοτικά, συνών. ακαθόριστος, ασαφής, αόριστος, αντών. σαφής, οριστικός, τολμηρός.
Ετυμολογία
< [ίσως, για την 1η ερμ.]
ή < βενετ. menzo-vento (ενδιάμεσος άνεμος, άνεμος μέτριας έντασης) < λατιν. medius [= μέσος] + ventus [= άνεμος], ή
ή [για τη 2η ερμ.] < τουρκ. müşevveş [= περίπλοκος, ασαφής, συγκεχυμένος] < αραβ. muşevveş.
Επιρρήματα
μεσοβέζικα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεσοβέζικος», σ. 514. https://navalhistory.gr/lexiko/μεσοβεζικοσ/