μαόνι
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(φυτολ.) ξύλο πολυτελείας προερχόμενο από ποικιλίες τροπικών δέντρων, καστανοκόκκινου χρώματος, με μεγάλη αντοχή και στιλπνότητα, χρησιμοποιείται κυρίως στην επιπλοποιία, στην κατασκευή μουσικών οργάνων, στην ξυλοναυπηγική για την επίστρωση καταστρωμάτων.
Ετυμολογία
< γαλλ. mahogani. < mahoga ( λ. από γλώσσα ιθαγενών των Δυτικών Ινδιών).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαόνι», σ. 501. https://navalhistory.gr/lexiko/μαονι/