μαχαίρι
το, ουσ.
- (εργαλ.) μεταλλική λάμα καλά ακονισμένη για το κόψιμο του ψωμιού ή κάποιου άλλου αντικειμένου
- οτιδήποτε πληγώνει είτε σωματικά είτε ψυχικά.
Ετυμολογία
< αρχ. μαχαίριον, υποκ. του μάχαιρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαχαίρι», σ. 508. https://navalhistory.gr/lexiko/μαχαιρι/