navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μαχαίρι

μαχαίρι

το, ουσ.

  1. (εργαλ.) μεταλλική λάμα καλά ακονισμένη για το κόψιμο του ψωμιού ή κάποιου άλλου αντικειμένου
  2. οτιδήποτε πληγώνει είτε σωματικά είτε ψυχικά.

Ετυμολογία

< αρχ. μαχαίριον, υποκ. του μάχαιρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαχαίρι», σ. 508. https://navalhistory.gr/lexiko/μαχαιρι/