τανύω
Και: τανύζω
[μετβ.] μέσ. φ. τανιέμαι και τανυέμαι ή τανυούμαι, ρ. [αμετβ.]
- εκτείνω, τεντώνω κάτι και κυρίως απλώνω κάτι διάπλατα
- (παθητ. φ.) α) τεντώνω το σώμα μου, ειδικότερα τα άκρα μου, εξαιτίας της κούρασης, κάποιας ατονίας ή ασθένειας, β) σφίγγομαι για να ικανοποιήσω την σωματική μου ανάγκη ή όταν υπάρχει η διαδικασία του τοκετού
- (αρχ.) α) οδηγώ κάτι προς μια κατεύθυνση, β) απλώνω.
Ετυμολογία
< αρχ. τάνυμαι [= εκτείνομαι, τεντώνομαι].
Παράγωγα
τάνυσμα, τανυσμός, τάνυση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τανύω και τανύζω», σ. 819. https://navalhistory.gr/lexiko/τανυω-και-τανυζω/