navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τανύω και τανύζω

τανύω

Και: τανύζω

[μετβ.] μέσ. φ. τανιέμαι και τανυέμαι ή τανυούμαι, ρ. [αμετβ.]

  1. εκτείνω, τεντώνω κάτι και κυρίως απλώνω κάτι διάπλατα
  2. (παθητ. φ.) α) τεντώνω το σώμα μου, ειδικότερα τα άκρα μου, εξαιτίας της κούρασης, κάποιας ατονίας ή ασθένειας, β) σφίγγομαι για να ικανοποιήσω την σωματική μου ανάγκη ή όταν υπάρχει η διαδικασία του τοκετού
  3. (αρχ.) α) οδηγώ κάτι προς μια κατεύθυνση, β) απλώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. τάνυμαι [= εκτείνομαι, τεντώνομαι].

Παράγωγα

τάνυσμα, τανυσμός, τάνυση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τανύω και τανύζω», σ. 819. https://navalhistory.gr/lexiko/τανυω-και-τανυζω/