μαγνητισμός
ο, ουσ.
- (φυσ.) α) η ελκτική δύναμη που ασκεί ο μαγνήτης, β) κλάδος της Φυσικής που μελετά τα μαγνητικά φαινόμενα, γ) (φρ.) « μαγνητισμός εξ επαγωγής», «γήινος μαγνητισμός,
- (μτφ.) η γοητεία που ασκεί κάποιος πάνω σε άλλους.
Ετυμολογία
< μαγνήτης [δες λ. ετυμ.] + [καταλ.] -ισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγνητισμός», σ. 495. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγνητισμοσ/