μεγαβόλτ
το, άκλ.
(φυσ.) μονάδα μέτρησης της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος, που ισοδυναμεί με 1.000.000 βολτ [δες λ.].
Ετυμολογία
< αγγλ. megavolt.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μεγαβόλτ», σ. 508. https://navalhistory.gr/lexiko/μεγαβολτ/