λούμεν
το, ουσ.
(φυσ.) μονάδα φωτεινής ροής στο διεθνές σύστημα μονάδων SI [International System], η οποία χρησιμοποιείται για υπολογισμούς τεχνητού φωτισμού, μετρά την δύναμη του φωτός όπως γίνεται αντιληπτό αυτό από το ανθρώπινο μάτι.
Ετυμολογία
< μτφρδ. από την αγγλ. lumen < λατιν. lumen [= φως].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λούμεν», σ. 490. https://navalhistory.gr/lexiko/λουμεν/