μαγνητο-
Και: μαγνητό-
πρώτο συνθετικό ξένων όρων που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό σχετίζεται με κάποιο είδος μαγνήτη ή κάποιο μαγνητικό πεδίο.
Ετυμολογία
< μαγνήτης [δες λ. ετυμ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μαγνητο- και μαγνητό-», σ. 495. https://navalhistory.gr/lexiko/μαγνητο-και-μαγνητο/