λειαίνω
ρ. [μετβ.]
- κάνω μια επιφάνεια ομαλή, χωρίς αγριάδες
- γυαλίζω, στιλβώνω
- (μτφ.) απαλύνω, μετριάζω.
Ετυμολογία
< αρχ. λειαίνω.
Παράγωγα
λειαντήριο, λειαντής, λειαντικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λειαίνω», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λειαινω/