navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λειαίνω

λειαίνω

ρ. [μετβ.]

  1. κάνω μια επιφάνεια ομαλή, χωρίς αγριάδες
  2. γυαλίζω, στιλβώνω
  3. (μτφ.) απαλύνω, μετριάζω.

Ετυμολογία

< αρχ. λειαίνω.

Παράγωγα

λειαντήριο, λειαντής, λειαντικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λειαίνω», σ. 478. https://navalhistory.gr/lexiko/λειαινω/