λάφυρο
το, ουσ.
(στρατ.) κάθε πράγμα που παίρνει ο νικητής από τον ηττημένο, προϊόν λείας.
Ετυμολογία
< αρχ. λάφυρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάφυρο», σ. 477. https://navalhistory.gr/lexiko/λαφυρο/