navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ισορροπώ

ισορροπώ

ρ.

  1. [μετβ.] δημιουργώ τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να επιτύχω κατάσταση ισορροπίας, ή φέρνω ισορροπία σε αντίθετες τάσεις
  2. [αμετβ.] (φυσ.) βρίσκομαι σε κατάσταση ισορροπίας.

Ετυμολογία

< αρχ. ἰσορροπῶ.

Παράγωγα

ισορροπία, ισορρόπηση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισορροπώ», σ. 373. https://navalhistory.gr/lexiko/ισορροπω/