ιχθυόσκαλα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
το ειδικά διαμορφωμένο τμήμα λιμανιού, που εξυπηρετεί τους επαγγελματίες στη διακίνηση αλιευτικών προϊόντων, συνών. ιχθυολιμένας.
Ετυμολογία
< ιχθυο- [< αρχ. ἰχθύς] + σκάλα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Σημείωμα
Η ιχθυόσκαλα Πειραιά (Κερατσινίου) βρίσκεται στην ίδια θέση, στο λιμάνι Ηρακλέους, στο Κερατσίνι, από το 1965. Έξι βράδια την εβδομάδα μετατρέπεται σε μια μικρή, ανεξάρτητη πολιτεία που λειτουργεί σε πλήρη εγρήγορση από τις 12 το βράδυ, που ξεκινά η προετοιμασία, μέχρι περίπου τις 6-6:30 το πρωί. Εκεί, ένα φασαριόζικο, πολυάσχολο σύνολο ανθρώπων συνδιαλέγεται, παζαρεύει, αγωνίζεται, φωνάζει, ενίοτε τσακώνεται και, εν τέλει, καταφέρνει να τροφοδοτεί με τεράστιες ποσότητες ψαριών όλων των ειδών ιχθυοπωλεία, εστιατόρια και λαϊκές αγορές σε ολόκληρη την Αττική, αλλά και σε κοντινές περιοχές.
Πηγή: www.lifo.gr
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιχθυόσκαλα», σσ. 378-379. https://navalhistory.gr/lexiko/ιχθυοσκαλα/