navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ισοθερμικός

ισοθερμικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που αναφέρεται στην ισοθερμία [δες λ.]
  2. αυτός που διατηρεί σταθερή θερμοκρασία στο σώμα του, που είναι καλά μονωμένος και δεν επιτρέπει την ανταλλαγή θερμότητας με το περιβάλλον, (φρ.) «ισοθερμικός επενδύτης / λαιμός / σάκος / σκούφος / θάλαμος», «ισοθερμική φόρμα / στολή / κουβέρτα / τσάντα / εκτόνωση / συμπίεση» «ισοθερμικό στρώμα / δοχείο / ψυγείο / εσώρουχο κ.ά.».

Ετυμολογία

< γαλλ. isotherme < ίσο(ς) + θερμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισοθερμικός», σ. 372. https://navalhistory.gr/lexiko/ισοθερμικοσ/